Πώς γλίτωσε μία οικογένεια από το διαζύγιο

http://textsorthodoxy.wordpress.com

TEXTS – ORTHODOXY

Πώς γλίτωσε μία οικογένεια από το διαζύγιο

Τό ἄκουγε, τό διάβαζε, μά δέν τῆς περνοῦσε ποτέ ἀπ᾽ τό νοῦ ὅτι θά τό ζοῦσε καί ἡ ἴδια.

Ὁ Νότης ἦταν ὁ διαλεχτός τῆς καρδιᾶς της. Ἦταν αὐτό πού ποθοῦσε ἀπό χρόνια. Μικροβιολόγος αὐτή. Φυσικός ἐκεῖνος εἶχαν στρώσει πιά τίς δουλειές τους καί ὅλα φαίνονταν ρόδινα· ταξίδια, μεγάλη ζωή, καμμιά ἀπολύτως δυσκολία…
Τό φροντιστήριό του καί τό ἐργαστήριό της ἔμοιαζαν μέ χρυσωρυχεῖα. Οἱ καταθέσεις τους στήν τράπεζα πλήθαιναν διαρκῶς.

Ὁ γάμος τους μέ τόν πιό φανταχτερό διάκοσμο στή Μητρόπολη καί τό γαμήλιο δεῖπνο στό πολυτελέστατο ξενοδοχεῖο τούς ἔνωσαν καί ἐπίσημα κάτω ἀπ᾽ τήν ἴδια στέγη. Φορτωμένοι μέ τίς εὐχές, τά χαμόγελα καί τά γλυκόλογα τῶν φίλων καί συγγενῶν πέρασαν τό μῆνα τοῦ μέλιτος στή Γαλλοϊταλική Ριβιέρα. Γνώρισαν ἀπό κοντά τά πιό ξακουστά κοσμοπολίτικα κέντρα τῶν βορειοδυτικῶν ἀκτῶν τῆς Μεσογείου…

Τό ἀγοράκι πού ἦλθε στήν ὥρα του στή ζωή τους τούς ἔνωσε ἀκόμα πιό πολύ. Θυμᾶται τί χαρά ἔκανε ὁ εὐτυχισμένος μπαμπάς παίρνοντάς το γιά πρώτη φορά στήν ἀγκαλιά του ἀπ᾽ τά χέρια της!

Τό βάφτισαν σύντομα καί γέμισε τό σπίτι τους μέ τά δῶρα τῶν φίλων, ἀλλά καί μέ τά γέλια καί τά κλαψουρίσματα τοῦ Νικάκη τους. Πόσο ὄμορφα κυλοῦσαν οἱ μέρες τους!…

Ἡ εὐτυχία φαινόταν θρονιασμένη στό πλούσιο σπιτικό τους…

Ἡ εὐγένεια τοῦ Νότη, ἡ φροντίδα του καί γιά τήν ἴδια καί γιά τό παιδί τους θέρμαινε πιό πολύ τήν ἀγάπη στήν καρδιά της…

Τά θύμᾶται τώρα ἡ Ρίτα καί μελαγχολεῖ ἀκόμη πιό πολύ. Πῶς ἔπεσε ξαφνικά ὁ κεραυνός στίς σχέσεις τους μέ τόν Νότη; Νά μήν θέλη νά τρῶνε πιά μαζί! Νά κοιμᾶται σέ ἄλλο δωμάτιο! Νά ἀποφεύγη τό βλέμμα της! Νά παίρνη στήν ἀγκαλιά του τό παιδί του χωρίς ἐκεῖνο τό παλαιό γνώριμό της χαμόγελο εὐτυχίας!
Τό ἐκμυστηρεύθηκε στή μάνα της μέ δάκρυα στά μάτια κι ἐκείνη τό εἶπε ξεκάθαρα:

—Σᾶς ἔκαναν μάγια! Σᾶς ζήλεψαν! Λές νά μπῆκε καμμιά ἄλλη στή ζωή του;

—Δέν τό πιστεύω!

—Ὅλα γίνονται, κόρη μου, σ᾽ αὐτό τόν κόσμο. Ἐγώ, πάντως, θά κάνω πολλή προσευχή. Θά δώσω καί τά ὀνόματά σας νά τά μνημονεύση τήν Κυριακή στή Λειτουργία ὁ παπα-Θωμᾶς κι ὁ Θεός βοηθός.

—Σ᾽ εὐχαριστῶ, μητέρα! Ἐσύ πάντα ἤσουν πιστή, ἐγώ, βεβαία, δέν σ᾽ ἀκολούθησα. Κάνε ὅ,τι ξέρεις…

Τά πράγματα πήγαιναν ἀπ᾽ τό κακό στό χειρότερο. Τά μαῦρα σύννεφα σκέπασαν γιά τά καλά τό σπίτι τους καί ἕνα ἀπόγευμα ξέσπασε ἡ μπόρα.

—Ρίτα, τῆς εἶπε ὁ Νότης κοφτά στό σαλόνι. Ἀρκετά πλέον. Ὁ κόμπος ἔφτασε στό χτένι. Δέν σέ ἀντέχω καί δέν σέ θέλω. Ἄς μήν κοροϊδευόμαστε! Νά τελειώνουμε!

—Μά γιατί, Νότη μου; Τί σοῦ ἔφταιξα; Νά διορθωθῶ!…

—Δέν παίρνει διόρθωσι καί ἄσε τά κλάμματα. Εἶναι γνωστό αὐτό τό γυναικεῖο ὅπλο.

—Δέν σκέφτεσαι τό παιδί μας, Νότη;

—Μήν μοῦ ἀραδιάζεις τώρα τέτοια. Τό σκέφτομαι· καί τί μ᾽ αὐτό; Δέν θά σ᾽ ἀνέχομαι ἐξαιτίας του μιά ζωή!

—Ἐσύ μιλᾶς ἔτσι; Νότη; Ξέχασες τήν ἀγάπη μας, τά ὄνειρά μας γιά τή ζωή! Νότη!

—Ἄσε με ἥσυχο, εἶπα. Κι ἐμποδίζοντάς την νά τόν ἀγκαλιάση κλείστηκε στό δωμάτιό του…

Τήν ἄλλη ἑβδομάδα οἱ δυό τους κι ὁ Νικάκης τους μαζί κάθονται στό εὐρύχωρο δικηγορικό γραφεῖο τοῦ κ. Β…. καί ἐκθέτουν καθένας ψυχρά τίς ἀπόψεις τους. Ὁ ἔμπειρος δικηγόρος τούς ἀκούει προσεκτικά ρίχνοντας ποτέ-ποτέ ματιές καί στόν μικρό, πού δέν ἔδειχνε πώς ἦταν τριῶν χρονῶν.

—Θέλετε νά βγῆ συναινετικό τό διαζύγιο;, τούς ρωτάει κάποια στιγμή.

—Μάλιστα, ἀπαντάει ὁ ἄνδρας.

—Ἐσεῖς τί λέτε;

—Ἐγώ δέν θέλω νά χωρίσουμε, ἀπαντᾶ ἡ Ρίτα.

—Τότε νά τά βροῦμε, νά μονοιάσετε. Γιατί νά χαλάση ἡ οἰκογένειά τους;
Καί ξαφνικά σηκώνεται ὁ δικηγόρος, ἁρπάζει ἀπότομα τό παιδί κι ἀνοίγοντας τό παράθυρο κάνει πώς τό πετάει ἔξω, ἀπ᾽ τόν τρίτο ὄροφο στόν δρόμο.

—Μή! Ὄχι!, ἀκούγονται δυνατά μαζί οἱ φωνές τοῦ Νότη καί τῆς Ρίτας.

—Μά ἐσεῖς τό πετᾶτε στό δρόμο, λέει ὁ δικηγόρος, κοιτάζοντάς τους κατάματα μέ τό παιδί στήν ἀγκαλιά. Αὐτό γίνεται στήν οὐσία. Σκεφτεῖτε καλύτερα τά πράγματα καί τά ξαναλέμε. Κάτι παρόμοιο ἔκαναν καί κάτι συγγενεῖς μου, πού χώρισαν καί παραστράτησε τό παιδί τους καί πέθανε ἀπό ναρκωτικά καί δέν μποροῦν νά ἡσυχάσουν. Σκεφτεῖτε το καλύτερα!…

Μέ χαμηλωμένο τό βλέμμα καί οἱ δυό τους γύρισαν συγκλονισμένοι στό σπίτι τους. Τά πράγματα ἄρχισαν νά παίρνουν τό καλύτερο. Τό χαμόγελο ξανάνθισε στά χείλη τοῦ Νότη. Ἠ ἀμοιβαία συγγνώμη μαλάκωσε καί γλύκανε τίς καρδιές. Ἡ χαρά ξαναγύρισε στό σπιτικό τους. Ἡ γιαγιά, πού ἐξακολουθῆ νά προσεύχεται γιά τό θέμα, δακρύζει καί δοξάζει τό Θεό γιά τό θαῦμα.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s